Λεωφορείο Γυναικών

Το ξυπνητήρι χτύπησε στις 06:00 πμ ακριβώς! Τα έχω όλα έτοιμα; Ξεγλίστρησα σαν τη νεροφίδα από το κρεββάτι. Ο Μπίλης κοιμάται ακόμη, σκέφτομαι, σαν δεν έφτασε η δική του ώρα να σηκωθεί για το μεροκάματο στο εργοστάσιο. Σάββατο πρωί, και δουλεύουν όλοι, σκέφτομαι, η ανάγκη που μας κάνει… Αλλά, κι εμένα η ανάγκη με κάνει να θέλω να πάω αυτή την εκδρομή στη λίμνη Πλαστήρα, με το σύλλογο γυναικών, καθώς έτσι συνηθίζουμε να κάνουμε μια ή δύο φορές το χρόνο, για να ξεφεύγουμε λιγάκι από την καθημερινότητά μας, να τα λέμε λιγάκι μεταξύ μας κι εμείς οι γυναίκες, έτσι, για να καταλαβαίνουμε η μια την άλλη και να δίνουμε θάρρητα η μια στην άλλη να συνεχίζει τον αγώνα της για τη ζωή της και την οικογένειά της η καθεμιά!

Βάζω καφέ στο μπρίκι να γίνεται, μπας και η μυρωδιά του “ελληνικού” ξυπνήσει λιγουλάκι το μυαλό μου που κοιμάται ακόμη. Μα τι μέρα ήταν κι αυτή χθες! “spring cleaning” το λένε οι ξένοι κι η μάνα μου “ξαράχνιασμα”, ξεπάτωμα κανονικό! Να σκουπίσω, να σφουγγαρίσω, να ετοιμάσω το φαΐ, να ντύσω το παιδί, να το πάω σχολείο και να συμμαζευτώ για να καλλοπισθώ προκειμένου να με βρει ο Μπίλης και ωραία σύζυγο, όταν γυρίσει από το εργοστάσιο! Ε, “άη σιχτίρ”! ΌΛΑ αυτά εγώ, μια γυναίκα, με μια ιδιότητα και με πολλούς ρόλους! Μωρέ, καλά κάνω και πάω την εκδρομή αυτή, την έχω ανάγκη! Να λείψω για μια μέρα, να δείτε την αξία μου! Κι ενώ αυτές οι σκέψεις τριγυρίζουν στο μυαλό μου, ξέρω βαθιά μέσα μου πως τους ρόλους τους πολλούς η κοινωνία μου τους φόρτωσε, κι εγώ καλούμε να ανταπεξέλθω σε ΟΛΑ τέλεια, τελεία και παύλα! Το μόνο σίγουρο είναι, πως οι άντρες πήρανε αυτοκίνητο να οδηγούν αλλά το “γομάρι” ή μάλλον τη “γομάρα” την έχουνε ακόμη δεμένη στο σπίτι τους!

Και βέβαια, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι-άντρες ίδιοι, αλλά είναι ανεχτικοί στις απαιτήσεις που μας φορτώνει η κοινωνία κι άλλο, στα πρότυπα της τελειότητας! Ποιας τελειότητας δηλαδή; Πόσο τέλειο είναι το σύστημα που μας διαφεντεύει, για να μας υποδεικνύει την τελειότητα; Ουφ, να μη τα ξαναλέμε! Αλλά κι εγώ, στα πλαίσια αυτής της “ρομποτικής” τελειότητας, απορώ κι εγώ με μένα, πόσο γρήγορα ντύθηκα και ετοιμάστηκα, και να ‘σου να με βλέπω να κάθομαι στο τραπεζάκι της βεράντας και να τραβώ την πρώτη ρουφηξιά καφέ, ατενίζοντας το πρωινό ξύπνημα του ήλιου. “Θα έχει ωραία μέρα, χαμογελαστή”, σκέφτηκα, “θα χουμε όλες μας τη διάθεση να κάνουμε πολλά”. Έχω να δω την καθεμιά τους περίπου 6 μήνες από την τελευταία μας εκδρομή στο Ναύπλιο! Άραγε η Τούλα να πάντρεψε το γιο της; Η Άννα , να χώρισε εκείνον το “δερβέναγα” τον Παναγιώτη που τη σάπιζε στο ξύλο; Η Φρόσω η ναζιάρα, η γεροντοκόρη, πόσους άραγε γαμπρούς να αρνήθηκε ακόμη; Κι αυτή η Μαρίνα, η χωρισμένη, να βρήκε άραγε καμιά δουλειά; Δυο παιδιά μεγαλώνει στα 45 της, για να μπορεί ο πρώην να χαίρεται τις μικρούλες φοιτήτριες!

Κοιτάζω το ρολόι… πω πω πήγε 7:00 πμ και η ώρα συγκέντρωσης είναι 7:30 πμ! Τρέχω στο σαλόνι, αρπάζω το βαλιτσάκι μου και βγαίνω τρέχοντας από το σπίτι! Το παιδί θα το φυλάξει η μάνα μου, οπότε φεύγω για εκδρομή! Εκδρομή στη Λίμνη Πλαστήρα! Εεε, κι όπου αλλού να ‘τανε, αρκεί να φύγω για λίγο, να ξεφύγω! Τι ωραία ανοιξιάτικη μέρα του Απρίλη! Νιώθω τη μυρωδιά από τα άνθη των μπαλκονιών και τα πουλάκια κάπου κελαηδούν κρυμμένα στα φυλλώματα, και εγω σα να με ρίξανε στο δρόμο μετά από φυλακή, νιώθω το βήμα μου γοργό αλλά στιβαρό, να επιταχύνει να προλάβει την εκδρομή! Κάπου στο βάθος της πλατείας, διακρίνω ένα τσούρμο γυναικών και η βοή από τα χάχανα τους να φτάνει ως εμένα ή εγώ πλησίαζα αρκετά στο “στόχο” μου! Αυτές είναι, ναι αυτές, οι γυναίκες που πριν έξι μήνες συνταξιδέψαμε στο Ναύπλιο. Καθώς πλησίασα στο μέρος τους, ακούω τη βοή τους “Stop! Λεωφορείο γυναικών!” , αυτό κατάλαβα πως ήταν και το σύνθημά μας γι’αυτή την εκδρομή και ξέσπασα σε γέλια! 5 λεπτά αργότερα, έφτασε κι επόμενη, και τότε όλες μαζί την υποδεχτήκαμε με το ίδιο σύνθημα! Και κάθε φορά που ερχόταν μια καινούργια, εμείς πάλι το σύνθημά μας φωνάζαμε, λες κι εκεί, στην άκρη της πλατείας, ετοιμάζαμε τη μικρή – μεγάλη μας επανάσταση! Μια χούφτα άντρες μεσήλικες, στον απέναντι καφενέ, έγνεφαν υποτιμητικά με το κεφάλι τους προς το μέρος μας, κάθε φορά που μας άκουγαν να οχλαγοούμε, αλλά κι αυτούς ποιος να τους δώσει σημασία, ποσώς μας ενδιέφερε! Εμείς, για μια μέρα, ήμασταν “Εμείς”, κι όχι οι “Έλα ‘δω, φέρε αυτό”!!

Η ώρα περνούσε, πήγε 07:20 πμ, κι αρχίσαν, όσες ηθέλαν, να επιβιβάζονται στο λεωφορείο. Ο οδηγός, με τη μεγάλη του κοιλιά και το παχύ μουστάκι του, πήρε πρώτος τη θέση του στο τιμόνι, έτοιμος να μας “ανεχτεί” 45 στο σύνολο γυναίκες. Δική του δεν είχε, ανύπαντρος στα 50 του εκ πεποιθήσεως, δεν ήθελε μπελάδες στο κεφάλι του! Τη δική του τη ζωή, μας την “εξήγησε” στην εκδρομή στο Ναύπλιο, μετά από δυο καράφες κόκκινο κρασάκι κι ένα κιλό παϊδάκια!!! Τι να του λέγαμε κι εμείς τότε; Μην τρως άλλο; Μην πίνεις άλλο; Μη μιλάς άλλο; Αφού σε μερικές, μας αρέσει και το κους-κους!κι έτσι, τον αφήσαμε στο μονόλογο του και στο “πιεί” του! Ανέβηκα κι εγώ στο λεωφορείο, ανυπομονώντας να δω την Τούλα, την Άννα, τη Μαρίνα και τη Φρόσω! Κάθισα στο “παράθυρο” μεριά γιατί μου αρέσει να χαζεύω τα τοπία, καθώς προχωρά το λεωφορείο. Όταν ταξιδεύω με το Μπίλη, ποτέ δε μπορώ να το απολαύσω, γιατί πάντα κάτι θα θέλει το παιδί στο πίσω κάθισμα ή ο Μπίλης θα μου μιλά για το εργοστάσιο, κι εγώ θα πρέπει να ακούω και να μη μιλώ και πολύ, γιατί, πού ξέρω κι εγώ από αυτά; Α! Να, έρχεται η Φρόσω η γεροντοκόρη! Καλέ, μες το νάζι και την τσαχπινιά! Στενό τζην παντελονάκι και πουκαμισάκι λευκό, με ένα κόκκινο φουλάρι στο λαιμό από μετάξι, και τσάντα αθλητική, ξανάνιωσε στα 50 της! Ανεβαίνει ανάλαφρα τη σκαλίτσα του λεωφορείου, ρίχνει μια περιπαιχτική ματιά στον οδηγό κάτω από τα μαύρα της – για τον ήλιο – “ματογυάλια” και όλο νόημα και σκέρτσο, προχωρά στις πίσω θέσεις του λεωφορείου, έτσι, για να μπορεί να εποπτεύει τους πάντες και τα πάντα από πίσω! Να σου φτάνει και η Τούλα, “αλα μπρατσέτα” με μια κοπέλα στο ύψος της, θαρρώ πως είναι η νύφη της, χμ! Τον πάντρεψε το γιο και η νύφη περιφέρεται σαν τρόπαιο της, μετά από μάχη με τον άλλο της εαυτό!Ε, όχι βρε Τούλα μου, τα ξανάπαμε αυτά στο Ναύπλιο! Δεν αγαπάς ΜΟΝΟ εσύ το γιο σου, τον αγαπά και κάποια άλλη!Το καλό του θέλει κι αυτή, κατάλαβε το, πως κι εσένα αγαπά, αφού της γέννησες τον άνθρωπό της! Μα κι εκείνος, το δικό σου πρότυπο σέρνει μέσα του, άρα κι αυτή είναι σαν εσένα! Δεν αγαπάς τον “εαυτό” σου Τούλα μου;… “Να σου ζήσουν τα παιδιά, καλέ!” ακούγεται μια τσιριχτή φωνή, “Να σου ζήσουν τα παιδιά!” ακολουθήσαμε όλες την ευχή της πρώτης, σαν η Τούλα και η νύφη της ανέβηκαν στο λεωφορείο. “Το Μαρινάκι που είναι, βρε κορίτσια;” ρώτησα γεμάτη αγωνία, γιατί η Μαρίνα ήταν παρέα μου στο Ναύπλιο. Θα ‘θελα να ξαναβρεθούμε, να μου πει τα δικά της. Είχα να της πω και για κάποια μεροκάματα στη γειτονιά , ζητούσαν οικονόμο, για το μαγείρεμα και τις δουλειές. Μα δε τη βλέπω να’ρχεται και η μηχανή του λεωφορείου πήρε μπρος! Εεε, ναι, η ώρα πέρασε, “πρέπει να αναχωρήσουμε!” φωνάζαν οι γριές, που ξέρανε ότι σε μισή ώρα θα μας ξανασταματούσαν στην πιο κοντινή στάση, για να πάνε προς νερού τους σε καμιά καφετέρια του δρόμου! Αλλά τι να πει κανείς; Κι εμείς ποιος ξέρει πως θα μαστε στα 70 μας; Γελάς και συνεχίζεις! Καθώς χαμογελώ στη σκέψη μου αυτή περί των “γραιών”, μας πρόλαβε και η Μαρίνα στην πόρτα του λεωφορείου! Αχ, μια αγαλίαση κι ανακούφιση συνάμα με κατέκλυσε που θα είχα την παρέα της σ’αυτή την εκδρομή! “Έλα, κάθισε, σου φύλαξα τη θέση! Πίστεψα δε θα ‘ρθεις!”, της έσουρα με μια ανάσα τις σκέψεις μου όλες, σχεδόν τσιριχτά, τόσο που η αγωνία μου την κατατρόμαξε, κι άνοιξε τη μικροσκοπική της αγκαλιά να με καθησυχάσει. Γεμάτη χαρά που τα κατάφερε να μας προφτάσει, μου λέει πως η μητέρα της θα φρόντιζε για εκείνη την ημέρα τα παιδιά και πως η πεθερά της, της έδωσε το χαρτζιλίκι της, 100 ευρώ, για να έρθει σ’αυτή την εκδρομή και να ξεσκάσει, μιας κι ο γιος της αποφάσισε να γκρεμίσει την οικογένειά του. Η πεθερά της, μορφωμένη γυναίκα, δασκάλα της εποχής του 60′, γεμάτη ενοχές πως φέρει την ευθύνη για τις πράξεις του γιου της, λέγοντας πως απέτυχε σαν “μάνα” να του εμφυσήσει το σεβασμό προς τη γυναίκα του και τον ίδιο του τον εαυτό, βοηθά όσο μπορεί υλικά και ψυχικά τη Μαρίνα. Τουλάχιστον, πετυχαίνει ως γιαγιά να δίνει το καλό παράδειγμα στα εγγόνια της, και φυσικά, γίνεται το καλύτερο πρότυπο γυναίκας – πεθεράς για τη Μαρίνα. Σαν της είπα για τα μεροκάμματα στη γειτονιά, η Μαρίνα πέταξε από τη χαρά της, και με κέρασε το πιο “ζεστό” της φιλί στο μάγουλο.

Το λεωφορείο ξεκίνησε, κι ο οδηγός δε κρατήθηκε άλλο, έβγαλε το πιο δυνατό του σφύρηγμα, για να σωπάσουμε όλες. Τότε μας ανακοίνωσε, πως θα περνούσαμε πρώτα κι από το σπίτι της Άννας, γιατί δεν είχε όχημα να έρθει στο σημείο συνάντησης μας! Δεν ήταν και πολύ μακρυά, 5 λεπτά δρόμος, και να σου η Άννα να μας περιμένει κάτω από ένα δέντρο της αυλής, μα αυτή τη φορά με πολλά μπαγκάζια! Έχοντας το πρόσωπό της κρυμμένο μες τις χούφτες της, ένα κασκόλ μάλλινο δεμένο γύρω από το λαιμό της κι ένα σκούρο μεταξωτό μαντήλι στο κεφάλι της, περίμενε με αγωνία το λεωφορείο των γυναικών! Ανέβηκε στα γρήγορα, σχεδόν τρεχαλητό, τη σκαλίτσα του λεωφορείου, σαν να μην ήθελε κανένας να τη δει, και με σκυμμένο το κεφάλι κάθισε στη μπροστινή θέση του οδηγού. “Ντροπή τη βρήκε την Άννα”, ακούστηκε κουτσομπολιό, “μα ποια ντροπή” συλλογίστηκα; Τώρα το φαντάστηκα! Η Άννα φεύγει! Ναι, η Άννα τον εγκαταλείπει, τον “βρωμοσατράπη”, που χάρη του ‘κανε και έμενε μαζί του τόσα χρόνια, να τον υπηρετεί υπάκουα, για να σηκώνει χέρι επάνω της; Να τη χτυπά σα να’ναι ζώο; Τι κι αν μας το λεγε η μάνα μας από μικρές πως “δεν είμαστε γαϊδούρια, για να μας βαράν!” ποιος φόβος μας κρατάει πίσω; Η φύση, μας έκανε τόσο ανθεκτικές, που τον πόνο της γέννας δεν θα τον άντεχε ούτε ένα μουλάρι!! Αλλά, δεν είμαστε ανθεκτικές ώστε να μας χτυπάνε, να ανεχόμαστε την απιστία, την προσβολή και την ταπείνωση, τον εκφοβισμό και το συμβιβασμό, έτσι, επειδή δε γεννάμε όλες ένα παιδί! …“ Η Άννα φεύγει! Κορίτσια, η Άννα φεύγει!” ακούστηκε μια φωνή τόσο δυνατά που βύθισε το λεωφορείο γυναικών μες τη σιωπή, κι αυτή η φωνή ήταν η δική μου! Μα πώς το ξεστόμισα εγώ αυτό; Μα, το ένιωσα αυτό, και τον πόνο της, και την αλήθεια της, και το αδιέξοδό της…” Μπράβο στην Άννα που φεύγει!” φωνάξανε όλες οι γριές, φωνάξαμε κι εμείς, το φώναξε κι η Φρόσω, η γεροντοκόρη, δικαιωμένη από τη στιγμή αυτή, για όλες τις φορές που αρνήθηκε τους γαμπρούς της “ευτυχίας” της! Ανακουφισμένη και η Άννα η πονεμένη, που στην “πρώτη θέση” του Λεωφορείου γυναικών, γύρισε το κεφαλάκι της και μέσα από το ροζαλί κραγιόν που έβαφε τα χτυπημένα της χείλη, έσκασε το χαμόγελο της Ελεύθερης αλλά Αξιοπρεπούς Γυναίκας…

Καλή συνέχεια στο δρόμο μας!!” ξεστόμισε κι ο οδηγός, πατώντας δυνατά το γκάζι..

Αίγλη Κρίκη-Σίντου

Προβολές: 469

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *